αντεύχομαι


αντεύχομαι
αντεύχομαι, αντευχήθηκα βλ. πίν. 151

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντεύχομαι — ανταποδίδω ευχές …   Dictionary of Greek

  • εύχομαι — και ευκιέμαι (ΑΜ εὔχομαι) 1. εκφράζω ευχή, επιθυμία για κάτι, επιθυμώ ζωηρά να πραγματοποιηθεί κάτι 2. προσεύχομαι, απευθύνω προσευχή προς τον Θεό, δέομαι, παρακαλώ τον Θεό || νεοελλ. παροιμ. «φκήσου τού οχτρού σου το δεντρί, ν ανθήσει το δικό… …   Dictionary of Greek